Θέλεις να κάνεις πλαστική στη μύτη;

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του προσώπου είναι η μύτη η οποία είναι και βασικό όργανο για την αναπνοή. Η μύτη βρίσκεται στο κέντρο του προσώπου και επειδή είναι ένα προέχον όργανο έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εμφάνισης και της φυσιογνωμίας του ατόμου.

Οι άνθρωποι καταφεύγουν στην ρινοπλαστική για αισθητικούς αλλά και ιατρικούς λόγους. Πολλές φορές μια μύτη με δυσμορφία μπορεί να προκαλέσει στο άτομο ένα αίσθημα αμηχανίας που σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι την περιθωριοποίηση του από το κοινωνικό περιβάλλον.

Η ρινοπλαστική είναι μια επέμβαση που αποσκοπεί στην αισθητική βελτίωση του σχήματος της μύτης. Η δυσμορφία της μπορεί να προέρχεται είτε από τη γέννηση είτε να είναι αποτέλεσμα τραυματισμού. Μπορεί να συνδυασθεί με πλαστική αποκατάσταση του ρινικού διαφράγματος ή της έσω ρινικής βαλβίδας, εφόσον ο ασθενής έχει και δυσκολία στη ρινική αναπνοή.

Στόχος της επέμβασης αυτής είναι η δημιουργία μιας καλαίσθητης μύτης η οποία να εναρμονίζεται με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου. Πραγματοποιείται και στα δυο φύλλα.

Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία και διαρκεί 1,5 ώρα, αν πρόκειται για αισθητική ρινοπλαστική μέχρι 2,5 ώρες, όταν περιλαμβάνει και λειτουργική διόρθωση. Η ρινοπλαστική συνήθως δεν συνοδεύεται από πόνο. Ο ασθενής αισθάνεται μόνο μια μικρή ενόχληση από τα ταμπόν, τα οποία αφαιρούνται σε 1-2 μέρες. Ένας γύψινος νάρθηκας που τοποθετείται στη ράχη της μύτης, αφαιρείται σε 5-6 μέρες.
Κάποιες εκχυμώσεις (μελανιές) που δημιουργούνται στα κάτω βλέφαρα, υποχωρούν σε 7-8 μέρες. Μετά το διάστημα αυτό ο ασθενής μπορεί να επανέλθει στη δουλειά του. Τα σπορ όμως πρέπει να αποφεύγονται για 4-6 εβδομάδες.
Το μεγαλύτερο μέρος του οιδήματος (δηλ. το «πρήξιμο») υποχωρεί εντός 30 ημερών από την εγχείρηση. Ένα μικρό μέρος όμως του οιδήματος φεύγει σταδιακά στους επόμενους 5-6 μήνες. Μετά το διάστημα αυτό εμφανίζεται και το τελικό αποτέλεσμα στη μύτη.

Οι επιπλοκές μετά από ρινοπλαστική είναι γενικά σπάνιες. Όμως σε μη έμπειρα χέρια είναι πολύ πιθανό το αποτέλεσμα να μην είναι το επιθυμητό, και ο ασθενής να αναγκαστεί να χειρουργηθεί για δεύτερη φορά.